Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Ἡ ἀνύψωση τῆς ἀξίας τῆς γυναίκας μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας


Ομιλία με θέμα: «Η ανύψωση της αξίας της γυναίκας μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας μας»
Την Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος, κατόπιν πρόσκλησης, μίλησε στο Απόγευμα Προσφοράς της UNICEF, παρουσία των γυναικών του Οργανισμού, για την αξία της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Hilton Park στη Λευκωσία.
Ακολουθεί η ομιλία του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Μεσαορίας κ. Γρηγορίου
*****************************************
Ἡ ἀνύψωση τῆς ἀξίας τῆς γυναίκας
μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας
Στὸ Ἀπόγευμα Προσφορᾶς της Unicef
Λευκωσία, Hilton Park, 28 Φεβρουαρίου 2018
Τοῦ Ἐπισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου

Μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ δέχθηκα τὴν πρόσκληση, διὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Διευθύντριας κ. Μάρως Παναγιώτου, νὰ εἶμαι ἀπόψε μαζὶ σας. Σᾶς συγχαίρω γιὰ τὸ ἀνθρωπιστκὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖται. Τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι θεάρεστο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιτελεῖται, ὅπως τὸ ἐπιτελεῖτε ἐσεῖς ἀφιλοκερδῶς καὶ ἀνιδιοτελῶς, μὲ τὴν ἐθελοντικὴ προσφορά σας τεκμηριωμένα, μέσα ἀπὸ τὸν πολιτισμό μας ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴ γυναῖκα ἐκπορεύονται τὰ κρείττονα, τὰ καλὰ καὶ ἀγαθά, ἡ ἀρχοντιὰ καὶ ἡ ἀγάπη, ἐν γένει ὅλες οἱ μεγάλες ἀξίες τῆς ζωῆς.

Στὸν ἀρχαῖο κόσμο, ὁ ὁποῖος ἦταν πάνω ἀπὸ ὅλα πατριαρχικός, ὁ ἄνδρας, μὲ τὴ λογική του, προσπάθησε νὰ ἐξορθολογήσει ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη καὶ ἔτσι ἔχασε τὴ σχέση του μὲ τὴ γυναῖκα ὡς μυστήριο ποὺ συμπληρώνει τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη. Τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοάμυνας ἔκανε τὸν ἄνδρα νὰ ἁλυσοδέσει τὴν γυναῖκα, ὡς μιὰ μόνιμη ἀπειλὴ στὴ λογικὴ καὶ τὴν ἐλευθερία του. Ἐπιφανειακά, ὁ ἄνδρας παραχώρησε στὴ γυναῖκα πολλὲς τιμές, ὅμως τὴν ἔβαλε σὲ μιὰ κατάσταση ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ κάνει κακό. Ὁ ἄνδρας τὴν κατεῖχε, ἔτσι ὅπως κατεῖχε κομμάτια γῆς καὶ ἄλλα ἀγαθά.
Στοὺς νόμους τοῦ ἰνδουϊστῆ Μανοῦ, τοῦ Σόλωνος, στὸν Λευιτικό, στὸ Ρωμαϊκὸ Δίκαιο ἢ στὸ Κοράνι ἡ γυναῖκα θεωρεῖται μιὰ κατώτερη ὕπαρξη καὶ χωρὶς δικαιώματα. Ὁ Πυθαγόρας ἔλεγε: «Τὸ καλὸ δημιουργεῖ τὴν τάξη, τὸ φῶς, τὸν ἄνδρα… ἐνῶ τὸ κακὸ δημιουργεῖ τὸ χάος, τὸ σκοτάδι καὶ τὴ γυναῖκα»[1]. Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν ὅτι οἱ θεοὶ δημιούργησαν τὴ γυναῖκα, γιὰ νὰ τιμωρήσουν τοὺς ἄνδρες. Σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία, ἡ Πανδώρα εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐξαπέλυσε στὸν κόσμο ὅλα τὰ κακὰ, καὶ ἔτσι διείσδυσαν στὴ ζωὴ ἡ ὕλη καὶ τὸ χάος. Ὁ μεγάλος φιλόσοφος Ἀριστοτέλης ἔγραφε στὸ ἔργο του «Πολιτικὰ» ὅτι «γυναικὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει»[2] (δηλ. τὸ κόσμημα τῆς γυναίκας εἶναι ἡ σιωπή).
Στὸν ἑβραϊκὸ λαὸ ἡ θέση τῆς γυναίκας ἦταν πιὸ ψηλὰ ἀπ΄ ὅ,τι στοὺς ἄλλους λαούς. Στὸ Δευτερονόμιο βλέπουμε ποιὰ ἦταν ἡ τιμωρία τοῦ ἄνδρα ποὺ ἐξευτέλιζε κάποια γυναῖκα: λιθοβολισμὸς ἢ ἐξαναγκασμὸς νὰ τὴν παντρευτεῖ, χωρὶς νὰ ἔχει ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐγκαταλείψει[3]. Παρόλα αὐτά, ἡ ἀξιοπρέπειά της δὲν ἦταν ἀκόμη στὴ θέση ποὺ τῆς ἅρμοζε. Ἀναφέρουμε μόνο τὴν προσευχὴ τῶν Ἰουδαίων, μὲ τὴν ὁποία εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεὸ ποὺ δὲν τοὺς ἔκανε εἰδωλολάτρες, σκλάβους ἢ γυναῖκες. Ἔτσι, ἐνῶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σύζυγο, κάποιος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει καὶ δευτέρας κατηγορίας συζύγους (παλλακίδες) καὶ στὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Ἰσλὰμ ἡ γυναῖκα ἦταν ἕνα εἶδος ἐπάθλου, δηλαδή ἕνας ἄνδρας μποροῦσε, ἀνάλογα μὲ τὴν οἰκονομική του κατάσταση, νὰ ἔχει περισσότερες ἀπὸ μιὰ συζύγους, ἔρχεται ἡ χάρις τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ἀνατρέψει τὶς προηγούμενες συνήθειες. Ὁ Χριστιανισμὸς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς πρακτικὲς τοῦ ἀνδροκρατικοῦ περιβάλλοντος τῆς ἐμφάνισής του, ἀνατίμησε τὴ θέση καὶ τὸ ρόλο τῆς γυναίκας.
Σύμφωνα μὲ τὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία, ὁ ἄνθρωπος -ἄνδρας καὶ γυναῖκα- δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ «κατ΄ εἰκόνα καὶ καθ΄ ὁμοίωσιν». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ γυναῖκα δημιουργήθηκε ἐξ ἀρχῆς προικισμένη μὲ ἐλεύθερη βούληση καὶ μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς σωτηρίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει πολλὲς φορὲς ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῶ ᾿Ἰησοῦ»[4]. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Χριστιανισμὸς ἀνέβασε τὴ γυναῖκα ἀπὸ τὴν ἐξευτελιστικὴ θέση στὴν ὁποία ἦταν πρὶν καὶ τὴν τοποθέτησε στὴν ἀξιοπρέπεια ποὺ τῆς ἅρμοζε, ὡς δημιούργημα κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ. Ἂν οἱ ἀρχαῖοι νόμοι, οἱ παραδόσεις, ἡ νοοτροπία καὶ γενικὰ ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας χαρακτηρίζονται ἀπὸ διαιρέσεις καὶ ἐχθρότητες, μέσα στὴν Ἐκκλησία καταργοῦνται ὅλες αὐτὲς οἱ διαιρέσεις, γιὰ νὰ ἐπικρατήσουν ἡ ἑνότητα καὶ ἡ εἰρήνευση. Στὴν Ἐκκλησία ὁ πιστὸς ἀντιμετωπίζει τὸν ἄλλο ἄνθρωπο ὄχι ὡς Ἰουδαῖο ἢ ἀλλοεθνῆ, ὡς μορφωμένο ἢ ἀμόρφωτο, ὡς δοῦλο ἢ ἐλεύθερο, ὡς ἄνδρα ἢ γυναῖκα, ἀλλὰ ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπου μόνη κεφαλὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός[5].
Ἔτσι λοιπόν, ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανίστηκε στὴν ἱστορία, γιὰ νὰ ἀπαγγείλει τὴν ἐπικείμενη ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἑνὸς καινούργιου κόσμου ἀγάπης, ἰσότητας, ἐλευθερίας ποὺ θὰ ἔφερνε ὄχι μόνο τὴν ἀνακαίνιση τοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπινων καὶ διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἄρα καὶ τῶν σχέσεων ἀνδρὸς καὶ γυναικός.
Ἑρμηνεύοντας τὸ παραπάνω χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἕνας Μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θὰ χαρακτηρίσει κάθε εἴδους διάκρισης ἐξαιτίας τοῦ φύλου, τῆς φυλῆς ἢ τῆς κοινωνικῆς τάξης ὡς «γνωρίσματα τῆς σαρκὸς» ποὺ ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο: «Τοῦτο ἡμῖν τὸ μέγα μυστήριον βούλεται· τοῦτο ἡμῖν ὁ ἐνανθρωπήσας δι’ ἡμᾶς καὶ πτωχεύσας Θεός, ἵνα ἀναστήσῃ τὴν σάρκα καὶ ἀνασώσηται τὴν εἰκόνα καὶ ἀναπλάσῃ τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γενώμεθα οἱ πάντες ἓν ἐν Χριστῷ, γενομένῳ τὰ πάντα ἐν πᾶσιν ἡμῖν τελείως ὅσαπέρ ἐστιν αὐτός, ἵνα μηκέτι ὦμεν ἄρρεν καὶ θῆλυ, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, τὰ τῆς σαρκὸς γνωρίσματα, μόνον δὲ φέρωμεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς τὸν θεῖον χαρακτῆρα, παρ’ οὗ καὶ εἰς ὃν γεγόναμεν, τοσοῦτον ἀπ’ αὐτοῦ μορφωθέντες καὶ τυπωθέντες ὥστε καὶ ἀπὸ μόνου γινώσκεσθαι[6]».
Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀνακαλύπτουμε τὴν παρουσία τῆς γυναίκας σὲ ὅλες τὶς ἀνθρώπινές της πτυχὲς: μητέρα, σύζυγος, χήρα κτλ. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς παρουσιάζει γυναῖκες ποὺ εἶναι πρότυπα εὐλάβειας, ἀγάπης καὶ πίστης καὶ οἱ ὁποῖες παραμένουν παραδείγματα πρὸς μίμηση γιὰ τὶς Χριστιανὲς γυναῖκες τοῦ σήμερα καὶ τοῦ αὔριο, μὲ πιὸ βασικὸ ἐκπρόσωπο τὴν Παναγία Μαρία, ὑπόδειγμα ἀφοσίωσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἄς μὴν λησμονοῦμε καὶ τὶς γυναῖκες μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἰσαπόστολος ἁγία Θέκλα, μαθήτρια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἡ ἰσαπόστολος ἁγία Φωτεινὴ, δηλ. ἡ Σαμαρείτιδα τῆς γνωστῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἡ ὁποία μαρτύρησε μαζί μὲ τέσσερις ἀδελφὲς της καὶ τοὺς δύο υἱούς της, ἡ ἁγία Βαρβάρα, ἡ ἁγία Ἰουλίτη καὶ ὁ μικρὸς υἱὸς της Κήρυκος, ἡ ἁγία Παρασκευὴ, ἡ ἁγία Σοφία καὶ οἱ τρεῖς θυγατέρες της, ἡ ἁγία Αἰκατερίνη κ.ἄ. Στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε ἀρκετὲς περιπτώσεις ποὺ καὶ οἱ δύο σύζυγοι εἶναι στὸ ἁγιολόγιο: Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα, Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία, Ἀνδρόνικος καὶ Ἰουνία, Ἀνδριανὸς καὶ Ναταλία, Εὐστάθιος καὶ Θεοπίστη, Ξενοφῶν καὶ Μαρία κ.ἄ. Στὸ ἁγιολόγιο ὑπάρχουν γυναῖκες ἀπὸ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα, μέχρι καὶ βασίλισσες: Θεοδώρα, Πουλχερία, Ὄλγα, ἡ βασιλομήτωρ Ἑλένη, ἡ ἀρχόντισσα τῶν Ἀθηνῶν Φιλοθέη, ἡ ἡγουμένη ἁγία Εἰρήνή ἡ Χρυσοβαλάντου κ.ἄ.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος συναναστράφηκε μὲ γυναῖκες, πολλὲς φορὲς ἁμαρτωλές καὶ κοινωνικὰ περιθωριοποιημένες, καὶ μάλιστα τὶς δέχτηκε στὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν μαθητῶν Του, πρᾶγμα σκανδαλῶδες γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχή, καὶ μᾶλλον καὶ γιὰ τὴ δικὴ μας. Ἔδειξε ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ κατανόηση γιὰ τὴ γυναῖκα καὶ ὑπερασπίστηκε τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά της, τὴν ὁποία οἱ σκληρόκαρδοι εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι ὑποτιμοῦσαν.
Ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ δὲν δίστασε νὰ καταγγείλει τοὺς ἄδικους νόμους ποὺ ἦταν εἰς βάρος τῆς γυναίκας: «ἄνδρες ἦσαν οἱ νομοθετοῦντες, διὰ τοῦτο κατὰ γυναικῶν ἡ νομοθεσία … Οὐ δέχομαι ταύτην τὴν νομοθεσίαν, οὐκ ἐπαινῶ τὴν συνήθειαν»[7].
Ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς πρώιμης Ἐκκλησίας, οἱ γυναῖκες διακρίνονται καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ γιὰ τὴν Εὐοδίαν καὶ τὴν Συντύχην,  «αἵτινες ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνήθλησάν μοι μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεργῶν μου»[8]. Τὸ ἴδιο γράφει καὶ γιὰ τὴν Πρίσκιλλαν καὶ τὴν ὀνομάζει συνεργὸν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ: «᾿Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν καὶ ᾿Ακύλαν τοὺς συνεργοὺς μου ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ»[9].
Ἀκόμη, παρατηροῦμε ὅτι πολλὲς γυναῖκες ἔθεσαν τὰ σπίτια τους στὴ διάθεση τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων γιὰ ἱεραποστολικοὺς καὶ λατρευτικοὺς σκοπούς. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἦταν ἡ Μαρία, μητέρα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου καὶ ἀδελφὴ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα: «ἦλθεν ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς ᾿Ιωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι»[10]. Αὐτὸ τὸ σπίτι, στὸ ὁποῖο ἔλαβε χώρα καὶ ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, εἶχε γίνει τὸ κέντρο τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων.
   Ἡ ἰσότητα μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία δὲν σημαίνει ἰσοπέδωση ἢ ἀκύρωση τῶν χαρισμάτων τοῦ καθενός. Σίγουρα, φαίνεται παράξενος ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ», ὅταν ὁ ἴδιος γράφει σὲ ἄλλες ἐπιστολὲς τὰ ἀκόλουθα: «αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν, οὐ γὰρ ἐπιτρέπεται αὐταῖς λαλεῖν· ἀλλὰ ὑποτασσέσθωσαν, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει» [11].
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πιὸ πάνω περίπτωση προσπαθεῖ νὰ λύσει κάποια συγκεκριμένα προβλήματα πειθαρχίας ποὺ ὑπῆρχαν στὴ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Κορίνθου. Ἐξάλλου, δὲν λέει μόνο γιὰ τὶς γυναῖκες νὰ σιωποῦν ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄνδρες: «εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ διερμηνευτής, σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ … προφῆται δὲ δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν, καὶ οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν· ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος σιγάτω»[12]. Ἄρα, ὁ σκοπὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι νὰ ὑπάρχει ἁρμονία καὶ τάξη στὴν Ἐκκλησία, ἐπειδή, ὅπως γράφει στὴ συνέχεια, «οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ θεὸς ἀλλὰ εἰρήνης»[13].
Ἂν καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ γράφει «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ»[14], διευκρινίζει στὴ συνέχεια «ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ’ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἐκκλησίαν»[15].
Εἶναι σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴν ἐπικαιροποίηση αὐτῆς τῆς πνευματικῆς σχέσης ἀνδρός καὶ γυναικὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τοῦ Μυστηρίου του γάμου, ὅπως τὸ διατύπωσε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία συγκροτήθηκε στὴν Κρήτη τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016. «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τὴν ἀκατάλυτον ἀγαπητικὴν ἕνωσιν ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς «μυστήριον μέγα… εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν»[16], καὶ τὴν προκύπτουσαν ἐξ αὐτοῦ οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐγγύησιν τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς θείας Οἰκονομίας, «Ἐκκλησίαν μικράν»[17], παρέχουσα εἰς αὐτήν τὴν κατάλληλον ποιμαντικὴν στήριξιν.
Ἡ σύγχρονος κρίσις τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας εἶναι ἀπότοκος τῆς κρίσεως τῆς ἐλευθερίας ὡς εὐθύνης, τῆς συρρικνώσεως αὐτῆς εἰς εὐδαιμονιστικήν αὐτοπραγμάτωσιν, τῆς ταυτίσεώς της μὲ ἀτομικὴν αὐταρέσκειαν, αὐτάρκειαν καὶ αὐτονομίαν, καὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ μυστηριακοῦ χαρακτῆρος τῆς ἑνώσεως ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ὡς καὶ τῆς λήθης τοῦ θυσιαστικοῦ ἤθους τῆς ἀγάπης. Ἡ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τὸν γάμον μὲ ἀμιγῶς κοινωνιολογικὰ καὶ πραγματιστικὰ κριτήρια, θεωροῦσα αὐτὸν ὡς μίαν ἁπλῆν μορφήν σχέσεως, μεταξύ ὅλων τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δικαιοῦνται ἐξ ἴσου θεσμικῆς κατοχυρώσεως»[18].
Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅλοι εἴμαστε ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὁ καθένας ἔχει τὴ δικὴ τοῦ διακονία, τὰ δικὰ του χαρίσματα, τὴ δικὴ του πορεία καὶ προοπτικὴ πρὸς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πάλιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διασαφηνίζει λέγοντας: «Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσίν, τὸ δὲ αὐτὸ πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσιν, καὶ ὁ αὐτὸς κύριος … ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. ᾧ μὲν γὰρ διὰ τοῦ πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ πνεῦμα …  ἐὰν εἴπῃ ὁ πούς, Ὅτι οὐκ εἰμὶ χείρ, οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ σώματος, οὐ παρὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σώματος· καὶ ἐὰν εἴπῃ τὸ οὖς, Ὅτι οὐκ εἰμὶ ὀφθαλμός, οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ σώματος, οὐ παρὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σώματος»[19]. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλεῖ ὅλους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νὰ ἀξιοποιήσουν τὰ χαρίσματα ποὺ ἔχουν, νὰ εἶναι ἐνεργὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς εὐρύτερης κοινωνίας καὶ ἔτσι «καλῶν ἔργων προΐστασθαι»[20], προσφέροντας σὲ διάφορους τομεῖς τοῦ ἐθελοντισμοῦ καὶ ἀλλοῦ. Ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα εἶχε τὸν θεσμὸ τὸν διακονισσῶν, δηλ. γυναικῶν ποὺ ὑπηρετοῦσαν τὴν Ἐκκλησία, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες (π.χ. Ὀλυμπιάδα, Φοίβη κ.ἄ.) εἶναι ἁγίες τῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 2016, μπορεῖ μιὰ τοπικὴ Ἐκκλησία, μελετώντας τὰ δεδομένα καὶ τὶς ποιμαντικὲς ἀνάγκες, νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἐν λόγω θεσμὸ. Ταυτόχρονα, ἄς μὴ λησμονοῦμε τὸν γυναικεῖο Μοναχισμὸ, ὁ ὁποῖος στὴν πατρίδα μας πάντοτε καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν 20ὸ αἰῶνα ἀνθεῖ.
Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ γυναῖκα κατέχει τὴν ἀρμόζουσα θέση στὴν Ἐκκλησία, ὡς «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ΄ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴ θέση τὴν ἀνεβίβασε τὸ κήρυγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Εὐαγγελίου «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» καὶ ἡ ἐφαρμογή του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.  Ὅλα ἔχουν δυναμικὴ καὶ προοπτικὴ τὸν ἁγιασμὸ καὶ ὄχι ἀσφαλῶς κοινωνικοῦ καὶ συναισθηματικοῦ τύπου ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ ἀντιλήψεων, ποὺ ἐπιδέχονται ἀλλαγὲς ἀνάλογα μὲ τὶς ἐποχὲς τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας.
Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει παιδαγωγικὰ ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας: «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ». Παραμένει ἡ ἴδια διατύπωση καὶ σήμερα, μέσω τῆς Ἐγκυκλίου πρὸς τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, τῆς πρώτης τοῦ 21ου αἰῶνα. «Δέν νοεῖται ἁγιότης τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, «ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία»[21]. Ἡ ἁγιότης πηγάζει ἀπὸ τὸν μόνον Ἅγιον. Εἶναι μετοχή τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ «κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων», ὡς διακηρύσσεται εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ἱερέως κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις» καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν τῶν πιστῶν «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν». Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας τονίζει ὅτι ὁ Χριστός, «ἅγιος πάλιν ὑπάρχων κατὰ φύσιν, ὡς Θεός, (…) ἁγιάζεται δι’ ἡμᾶς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι (…). Ἔδρα δὲ τοῦτο (ὁ Χριστός) δι’ ἡμᾶς, οὐ δι’ ἑαυτόν, ἵνα ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ δή, πρώτῳ δεξαμένου τοῦ πράγματος (= ἁγιασμοῦ) τὴν ἀρχήν, εἰς ἅπαν οὕτω τὸ γένος ἡ τοῦ ἁγιάζεσθαι λοιπὸν διαβαίνοι χάρις»[22].
Συνεπῶς, κατὰ τὸν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τὸ «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διὰ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τὴν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες γὰρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καὶ τὸ κοινὸν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτὸν ἀναβιοῖ πρόσωπον»[23], διὸ καὶ εἶναι ἡ μόνη πηγὴ τοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, ἡ ἁγιότης εἶναι μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου τόσον εἰς τὸ μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καὶ εἰς τὰ ἱερὰ αὐτῆς μυστήρια, μὲ ἐπίκεντρον τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, ἥτις ἐστί «θυσία ζῶσα, ἁγία, εὐάρεστος τῷ Θεῷ»[24]. «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς»[25]. Οἱ ἅγιοι ἐνσαρκώνουν τὴν ἐσχατολογικὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀέναον δοξολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἐπιγείου καὶ τοῦ ἐπουρανίου θρόνου «τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης»[26], εἰκονίζοντες τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[27].
Ἐν κατακλείδι, μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἀνύψωση τῆς ἀξίας τῆς γυναίκας σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῆς κοινωνίας καὶ τῆς καθημερινότητας τῆς ζωῆς, μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἐν Χριστῷ τελείωση. Τὸ σπουδαιότερο μαζὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια εἶναι ὅτι βοηθᾶ καὶ τὸ περιβάλλον της ὡς μάνα, πηγὴ τῆς ζωῆς.

[1] Paul Evdokimov, Taina iubirii–Sfinţenia unirii conjugale în lumina tradiţiei ortodoxe  (Τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης-Ἡ ἁγιότητα τῆς συζυγικῆς ἕνωσης ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης), Ἔκδ. Sophia, Βουκουρέστι 2016, σ. 22.
[2] Ἀριστοτέλους, Πολιτικὰ Ι-ΙΙΙ, 1260α, 32.
[3] Βλ. Δευτ. 22, 25-29.
[4] Γαλ. 3, 28.
[5] Καραβιδοπούλου Ἰω., Ἀποστόλου Παύλου Ἐπιστολὲς πρὸς Ἐφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαεῖς, Φιλήμονα, Ἑρμηνεία Κ.Δ. 10, Ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 507.
[6] Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἷς Καισάριον, PG 35, 785C.
[7] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 36, PG 36, 289B.
[8] Φιλιπ. 4, 3.
[9] Ρωμ. 16, 3.
[10] Πραξ. 12, 12.
[11] Α΄ Κορ. 14, 34.
[12] Α΄ Κορ. 14, 27-29.
[13] Α΄ Κορ. 14, 33.
[14] Ἐφ. 5, 22.
[15] Ἐφ. 5, 28-29.
[16] Ἐφεσ. 5, 32.
[17] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολήν, Κ’. PG 62, 143.
[18] ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Κρήτη, 2016, ΙΙΙ,7.
[19] Α΄ Κορ. 12, 4-16.
[20] Τίτ. 3, 14.
[21] Κολασ. 1, 24.
[22] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ’. PG 74, 548.
[23] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ’. PG 73, 157-161.
[24] Ρωμ. 12, 1.
[25] Ρωμ. 8, 35-37.
[26] Ψαλμ. 23, 7.
[27] ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Κρήτη, 2016, Ι,4.

Δεν υπάρχουν σχόλια: